ετεροφυής

-ές (Α ἑτεροφυής, -ές)
αυτός που είναι διαφορετικής φύσεως
αρχ.
αυτός που γεννήθηκε από άλλον πατέρα, ο νόθος ή αυτός που γεννήθηκε από γονείς διαφορετικής εθνότητας.
επίρρ...
ἑτεροφυῶς (Α)
βλ. ἑτεροειδῶς (ἑτεροειδής).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο-* + -φυής (<φύος), πρβλ. ευ-φυής].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἑτεροφυής — of different nature masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροφυῆ — ἑτεροφυής of different nature neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἑτεροφυής of different nature masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἑτεροφυής of different nature masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροφυεῖ — ἑτεροφυής of different nature masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἑτεροφυής of different nature masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροφυεῖς — ἑτεροφυής of different nature masc/fem acc pl ἑτεροφυής of different nature masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροφυᾶ — ἑτεροφυής of different nature neut nom/voc/acc pl (doric aeolic) ἑτεροφυής of different nature masc/fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροφυές — ἑτεροφυής of different nature masc/fem voc sg ἑτεροφυής of different nature neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροφυοῦς — ἑτεροφυής of different nature masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροφυῶν — ἑτεροφυής of different nature masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροφυῶς — ἑτεροφυής of different nature adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ԱՅԼԱԲՈՒՆ — (ի, ից.) NBH 1 0084 Chronological Sequence: Unknown date ա. ἐτεροφυής alienae vel diversae naturae Որոյ բունն կամ բնութիւնն ա՛յլ է. աննման իսկութեամբ. օտարաբուն. բուն բնութիւնը տարբեր. ... *Այլասերիցն եւ այլաբունիցն զնոյն ներգործութիւն ունել ոչ… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.